29.1.08

Εις μνήμη Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (1)

Θέλοντας να τιμήσω με ένα διαφορετικό τρόπο την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου σας παραθέτω παρακάτω ένα κήρυγμά του.

Με το γνωστό, διπλό της χαρακτήρα, ανέτειλε απόψε και εύχεται και αύριο, αγαπητοί Χριστιανοί, η μεγάλη εορτή και επέτειος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της εθνικής μας παλιγγενεσίας.

Θρησκευτικός, λοιπόν, και εθνικός ο χαρακτήρας της αποψινής εορτής και έτσι τον έχουμε γνωρίσει οι πανέλληνες καθώς η Ορθόδοξη Ελλάδα εορτάζει και την θρησκευτική και την εθνική αυτή πανήγυρη. Και βεβαίως πολλές φορές έχουμε αναφερθεί, από το βήμα αυτό, στη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού, που σημαίνει την πραγματοποίηση του Μυστηρίου, του "χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου", όπως γράφει η Αγία Γραφή και επαναλαμβάνει ο εμπνευσμένος ποιητής της Εκκλησίας μας. Και πρόκειται για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, που σημαίνει την εντολή και την επιθυμία και τη βουλήν του Θεού για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Είναι γνωστή η ιστορία της αποστασίας των πρωτοπλάστων έναντι του Θεού και της ανυπακοής των, η οποία τους κόστισε την έξωση από τον Παράδεισο και εν συνεχεία τη διακοπή της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Αλλά ο Θεός, κινούμενος εκ μεγάλης και πολλής αγάπης προς τον άνθρωπο, ήδη κατά την έξωση των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, διετύπωσε, την ιδία εκείνη στιγμή, το Πρωτευαγγέλιον λεγόμενον, δηλαδή την επιθυμίαν Του κάποτε το χάσμα να γεφυρωθεί και ο άνθρωπος να δοκιμάσει και πάλι τον γλυκασμό της σωτηρίας και της λυτρώσεως και να ξαναγίνει ένοικος της Βασιλείας του Θεού και του Παραδείσου. Και αυτό το οποίο για αιώνες ολόκληρους ήταν ένα μυστήριο, πραγματώθηκε τότε στη Ναζαρέτ, όταν Άγγελος Κυρίου τη βουλή αυτή, την προαιώνια του Θεού, την ανήγγειλε και την έκαμε γνωστή στην Παρθένο Μαρία, προς την οποία έφερε τον αρχαγγελικό ασπασμό αλλά και εν συνεχεία και το μήνυμα αυτό της σωτηρίας. Και έκτοτε το μυστήριο εκείνο, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει στην ανθρώπινη διάνοια, έγινε προσιτό στους ανθρώπους, όχι τόσο με τον νου και με τη λογική, όσο με την βίωση και την εμπειρία, δεδομένου ότι τα της Πίστεως κατορθώματα μόνο με την Πίστη βιώνονται και μόνο διά της εμπειρίας κατορθούνται. Έτσι λοιπόν αύριο πανηγυρίζει ολόκληρος ο κόσμος αυτή την επέτειο, γιατί τούτη είναι μία εορτή που αναφέρεται και ενδιαφέρει όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε της γης και αν αυτοί διαβιώνουν. Πρόκειται για την εκπλήρωση αυτής της παλαιάς βουλής, της προαιωνίου.

Τη βουλή την προαιώνια ο Άγγελος αποκάλυψε στην Θεοτόκο. Και είναι, αγαπητοί μου, συγκλονιστικός, θα έλεγε κανείς, ο διάλογος ο οποίος διαμείβεται μεταξύ του Αρχαγγέλου και της Παρθένου Μαρίας, όπως αυτό τον διάλογο τον έπλεξε, μέσα στην ποιητική του έμπνευση, ο αποψινός υμνογράφος στα τρία πρώτα τροπάρια τα προσόμοια της αποψινής και της αυριανής εορτής, όπου εμφανίζεται ο μεν Άγγελος να μεταφέρει στην Μαρία τη βουλή του Θεού την προαιώνια, η οποία σημαίνει γι' αυτήν ότι θα γίνει η Μητέρα του Υιού του Θεού. Και, εν συνεχεία, το δεύτερο τροπάριο είναι αφιερωμένο στους δισταγμούς της Παναγίας, η οποία, κρίνουσα κατά το ανθρώπινο, διερωτάται και λέγει πώς είναι δυνατό να υπερνικηθούν οι νόμοι της φύσεως και αυτή η οποία δεν γνώρισε την πείρα του γάμου να γίνει μητέρα; Και έρχεται, εν συνεχεία, για δεύτερη φορά ο Άγγελος να πει στην Παρθένο Μαρία ότι "όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις". Έτσι λοιπόν έρχεται στον κόσμο ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος θέλησε να αναπλάσει τον άνθρωπο στην αρχαία δόξα και στο αρχαίο κάλλος και να αποκαταστήσει τις σχέσεις μας με τον Θεό. Γι' αυτό και η αυριανή εορτή είναι της "Σωτηρίας μας το Κεφάλαιον", όπως θα ψάλλουμε σε λίγο στο απολυτίκιο το αφιερωμένο εις την Παναγία την Ευαγγελίστρια, όπως λέγεται.

Και έχουμε δικαίωμα, θα έλεγε κανείς, αν μη και υποχρέωση, να αισθανόμαστε μέσα στην καρδιά μας πολύ μεγάλη ευχαρίστιση, ικανοποίηση και ευτυχία, για το γεγονός ότι πλέον, χάρις στην αγάπη του Θεού, αλλά και χάρη στην Παρθένο Μαρία, η οποία χρημάτισε το δοχείον της Χάριτος του Θεού, δεν είμαστε πλέον χαμένοι μέσα στην αιωνιότητα και μέσα στη γη. Αλλά έχουμε προορισμό· είμεθα πολίτες της Ουρανίου Βασιλείας. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει: "ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει". Δεν είμαστε πλέον ξένοι και πάροικοι του Θεού, αλλά φίλοι του Θεού και συμπολίτες των Αγίων. Και αυτό είναι εκείνο το οποίο χαρίζει στις καρδιές μας την ελπίδα, την αισιοδοξία· αυτή την αίσθηση της ασφάλειας και της βεβαιότητας, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ευτυχής, ικανοποιημένος· να έχει γεμάτη την ψυχή και την καρδιά του από το νόημα αυτής της ύπαρξης. Γιατί χάρη στον Χριστό και χάρη στην Παναγία μας είμαστε πλέον σεσωσμένοι, είμαστε λυτρωμένοι, έχουμε το διαβατήριο του Ουρανού στα χέρια μας. Και όταν ο Θεός μας καλέσει πηγαίνουμε στην Βασιλεία Του, την οποία, εξ αγάπης, Εκείνος ηθέλησε από της παρούσης ζωής να προγευόμαστε μέσα στην Εκκλησία και μέσα στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Αλλά, είπαμε στην αρχή, ότι η αποψινή και η αυριανή εορτή έχει και μία άλλη διάσταση. Είναι η εθνική διάσταση, καθώς είναι η επέτειος η 180ή της επανάστασης των προγόνων μας, κατά την 25η Μαρτίου του 1821, όταν μία δράκα αγωνιστών ηρώων Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών έλαβε την απόφαση να πολεμήσει και να αγωνιστεί, για να εκδιώξει τον Τούρκο κατακτητή και για να επανακτήσει και πάλι την ποθητή ελευθερία.

Οι ιστορικοί, οι οποίοι αναλύουν τις συνθήκες της τότε εποχής, όλοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για την επανάσταση εκείνη αποτελούσε, θα έλεγε κανείς, μία τρέλα – κρινόμενη με τα ανθρώπινα μέτρα. Ποιοι ήταν οι Έλληνες οι οποίοι έλαβαν την απόφαση να επαναστατήσουν; Ένας λαός μικρός και ανίσχυρος, που δεν είχε όπλα, που δεν είχε την διεθνή υποστήριξη, όπως λέμε σήμερα. Ένας λαός ο οποίος έπρεπε να αντιπαλέψει προς μία κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία την οποία υποστήριζαν την περίοδο εκείνη όλες οι κυβερνήσεις της Ευρώπης, ενωμένες κάτω από τη λεγόμενη Ιερά Συμμαχία. Είχε να αντιμετωπίσει τη δύναμη του όγκου, αλλά και τη δύναμη της ισχύος εκείνης της μεγάλης αυτοκρατορίας, για να αντιπαλέψει η μικρή Ελλάς τότε και προς τον ίδιο τον εαυτόν της, προς τις μικρότητες και τα ελαττώματα των ανθρώπων της.

Αλλά, όμως, εκείνο το οποίο συνέβη εκεί, στην Αγία Λαύρα των Καλαβρύτων, κατά την 25ην Μαρτίου του 1821, χωρίς υπερβολή, συνιστά ένα θαύμα της πίστεως των ανθρώπων εκείνων. Ξεκίνησαν και πήραν τα όπλα με το ένα χέρι, κρατώντας με το άλλο χέρι τον Τίμιο Σταυρό και έχοντας μέσα στην καρδιά τους ακράδαντη την πίστη για το δίκαιο του αγώνα τους και για την βοήθειά τους εκ μέρους του Θεού. Είχε δίκιο ο μεγάλος πρόμαχος της ελευθερίας μας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με την θυμόσοφη σκέψη του, να λέγει ότι ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή Του. Αυτός ο ίδιος, εκφράζοντας και όλους τους άλλους αγωνιστές, έλεγε στα παιδιά του Γυμνασίου της Πλάκας μετά από την εθνική μας απελευθέρωση: "Εμείς όταν πήραμε τα όπλα, είπαμε πρώτα Υπέρ Πίστεως και έπειτα Υπέρ Πατρίδος".

Αυτό ήταν το ήθος των αγωνιστών του '21. Κάνανε το σταυρό τους και την προσευχή τους και άδραξαν τα όπλα για να διώξουν από το κεφάλι τους τον τύραννο κατακτητή. Και το πέτυχαν έπειτα από πολλές δοκιμασίες και πολλές περιπέτειες, τις οποίες όταν διαβάζει κανείς στις σελίδες της Ιστορίας, καταλαμβάνεται άλλοτε μεν από δέος μπροστά στην ιερομυστική εκείνη εποποιία και άλλοτε από αηδία για τις μικρότητες των ανθρώπων, οι οποίοι, όπως συμβαίνει με εμάς τους Έλληνες, στους αγώνες είμαστε ενωμένοι και στην ειρήνη είμαστε διχασμένοι. Αλλά τότε και κατά την περίοδο του αγώνος του απελευθερωτικού οι Έλληνες είχαν τους διχασμούς των και είχαν τις διαφορές των –ανθρώπινες, εγωιστικές, αμαρτωλές– αλλά ωστόσο η χάρη του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων είχε στραφεί πάνω σ' αυτό το τυραγνισμένο γένος των Ελλήνων, το οποίον καθ' όλη τη διάρκεια των 400 περίπου χρόνων της τουρκικής σκλαβιάς δεν είχε λησμονήσει την προέλευσή του, την πίστη του και την ιστορία του. Και τούτο μαρτυρούν περίτρανα αφ' ενός μεν το νέφος των νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι προτίμησαν την ζωή τους να θυσιάσουν παρά τον Χριστό να προδώσουν.

Αλλά και τα Κρυφά Σχολειά τα οποία μέσα στους Νάρθηκες των ναών και μάλιστα των μοναστηριών, μακριά από τα βέβηλα μάτια του κατακτητή, στήριζαν μέσα στις καρδιές των μικρών παιδιών την αποσταμένη ελπίδα και έδιναν φτερά στη φαντασία και στους οραματισμούς και στα όνειρα των δύστυχων ραγιάδων. Και ίσως θα θεωρείτο, αγαπητοί μου, ότι είναι περιττή επανάληψη το να πω και εγώ, αυτή την στιγμή από τη θέση αυτή, ποια ήταν η συμβολή της Εκκλησίας μας και στη διατήρηση της γλώσσας μας και κυρίως της εθνικής και πνευματικής μας ταυτότητας στα χρόνια εκείνα και στην έκβαση –την νικηφόρα και επιτυχή έκβαση– του απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά, επειδή στις ημέρες μας ακούγονται ψεύδη ιστορικά και άλλες ανακρίβειες, οι οποίες αποβλέπουν στο να καλύψουν με την στάχτη της λήθης μερικές αλήθειες, τις οποίες όμως οι Έλληνες έχουμε βαθιά ριζωμένες μέσα στην καρδιά μας, επαναλαμβάνω κι εγώ απόψε κατά αυτή την επίσημη στιγμή ότι εάν είμαστε Έλληνες και εάν έχουμε φρόνημα ελληνικό και αν μιλάμε τη γλώσσα την ελληνική και αν πιστεύουμε ορθοδόξως στον Χριστό και δεν έχουμε γίνει μουσουλμάνοι και γενίτσαροι, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην Εκκλησία. Καμία άλλη δύναμη δεν ήταν σε θέση να δράσει κατά την σκοτεινή εκείνη περίοδο της τουρκικής σκλαβιάς.

Ο πορθητής Μωάμεθ, ο οποίος κατέκτησε την Βασιλεύουσα Πόλη το 1453, μέσα στους καπνούς της δόξας και του θριάμβου του, έκαμε κι ένα μεγάλο σφάλμα: έδωσε τα προνόμια στην Εκκλησία, τα οποία εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι έμοιαζαν με Δούρειο Ίππο στο υπογάστριο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και η Εκκλησία, παραλαβούσα τα προνόμια εκείνα, έκαμε αρίστη χρήση της ευκαιρίας Της να επικοινωνεί με τον λαό και να διδάσκει τον λαό και να έχει ανοικτές τις εκκλησίες και τα μοναστήρια· και να έχει εν λειτουργία τα πανηγύρια, τα λαϊκά πανηγύρια της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης. Και να διατηρεί αργότερα σχολεία και σχολές. Διότι μόνον κατά τους δύο πρώτους αιώνες της σκλαβιάς υπήρχε δυσκολία στην ύπαρξη σχολών ελληνικών. Τους επόμενους δύο αιώνες χαλάρωσαν τα μέτρα και οι Έλληνες, διά της Εκκλησίας, απέκτησαν σχολεία εις τα οποία διδάσκονταν "μαζί με τα γράμματα και του Θεού τα πράματα".

Και έτσι ανέτειλε η μεγάλη ημέρα της εθνικής μας παλιγγενεσίας και αποκαταστάσεως και η Εκκλησία και τότε, αφού είχε ήδη εργαστεί επί 400 χρόνια για να διασώσει άσβεστη τη φλόγα της ελευθερίας μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, έδωσε τα πάντα στον αγώνα της απελευθέρωσης. Έξι Οικουμενικοί Πατριάρχες, εκατό Αρχιερείς και έξι χιλιάδες Κληρικοί και Μοναχοί είναι το κόστος, είναι το τίμημα αυτού του αγώνα μέσα στα 400 χρόνια της δουλείας και στα χρόνια –περίπου τα δέκα– της επαναστάσεως. Αυτή υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας. Και οι αγωνιστές, οι οποίοι υπήρξαν οι πρόμαχοι της ελευθερίας και οι σταυροφόροι και οι σημαιοφόροι αυτού του αγώνα, μηδενός εξαιρουμένου, από την πρώτη στιγμή αναγνώρισαν αυτήν την προσφοράν της Εκκλησίας. Και με μεγάλη ευγνωμοσύνη απέναντι στους Αγίους της Πίστεώς μας, αλλά και στα ιερά μας καταγώγια όπως είναι τα ιερά μοναστήρια και οι άλλες εκκλησίες, αυτοί, λέγω, οι αγωνιστές ήταν εκείνοι που διασάλπισαν και διακήρυξαν προς κάθε κατεύθυνση, ποια υπήρξε η συμβολή των μοναστηριών μας και της Εκκλησίας μας. Της Εκκλησίας η οποία, αφού προσέφερε τα πάντα στο Έθνος και αφού το ελευθέρωσε, επέπρωτο στους χρόνους της ελευθερίας, όταν αυτό τον τόπο τον διαφέντευαν οι ξένοι, οι ελθόντες από την Βαυαρία, επέπρωτο, λέγω, να δει τα παιδιά Της –τα ίδια εκείνα τα οποία είχαν αγωνιστεί μαζί Της και υπέρ των οποίων είχε διαθέσει τα πάντα– να την λεηλατούν και να την κατασυκοφαντούν, κατ' εντολή βεβαίως των εκλεκτών τους και εκείνων που ήταν οι πολιτικοί των προϊστάμενοι.

Τα έζησε αυτά η Εκκλησία και ο Ελληνισμός και οι γνήσιοι αγωνισταί του '21· όπως ο στρατηγός Μακρυγιάννης, παραδείγματος χάριν, υπήρξε εξ εκείνων ο οποίος στιγμάτισε αυτή την αγνώμονα και αχάριστη διαγωγή την οποία μετά τον πόλεμο –μέσα στα χρόνια της ανέσεως– επέδειξε η Ελληνική Πολιτεία απέναντι στη Μητέρα Εκκλησία. Αλλά, εάν αυτά σκέπτονταν οι πολιτικοί της εποχής εκείνης, ο λαός μας –ο απλοϊκός ο λαός– ο οποίος είχε ζήσει μέσα στο πετσί του την αγάπη της Εκκλησίας για αυτόν, διέσωσε μέσα στη μνήμη του τα αισθήματα της ευγνωμοσύνης απέναντί Της. Αισθήματα τα οποία διασώζονται μέχρι και αυτές τις σημερινές ημέρες, όπου οι Έλληνες, παρά τον καταιγισμό της λασπολογίας ο οποίος καταφέρεται εναντίον της Εκκλησίας και εναντίον του Αρχιεπισκόπου, εξακολουθούν να πιστεύουν. Και εξακολουθεί ο λαός να είναι συντεταγμένος κάτω από τη σημαία της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζει ότι πουθενά αλλού δεν πρόκειται να στηριχθεί και από πουθενά αλλού δεν πρόκειται να ευεργετηθεί.

Ο λαός μας γνωρίζει ότι στοιχείο ανεξαίρετο της ταυτότητάς του είναι το θρήσκευμά του. Είναι το ότι είναι λαός Ορθόδοξος και γι' αυτό επιμένει. Και θα επιμείνει και θα συνεχίσει αυτό τον αγώνα, έχοντας επικεφαλής την εκκλησιαστική του ηγεσία, μέχρις ότου αντιληφθούν οι άνθρωποι ότι τα ανθρώπινα κελεύσματα για λίγο είναι χρήσιμα. Έρχεται η ιστορική αναγκαιότητα η οποία τα σαρώνει όλα και ξαναδίδει και πάλι τη λαμπρότητα στις αρχές εκείνες και αξίες οι οποίες πάντοτε διακόνησαν αυτόν τον τόπο. Και καθώς αύριο, αδελφοί, εορτάζουμε την Παναγία μας αλλά εορτάζουμε και την Ελλάδα μας, εμείς οι Έλληνες σήμερα, που αντιμετωπίζουμε τόσα προβλήματα μέσα στη ζωή μας, εμείς οι Έλληνες που βλέπουμε ότι τα τύμπανα του πολέμου ηχούν εκεί πιο πάνω από τα βορεινά μας σύνορα, εμείς οι Έλληνες οι οποίοι βλέπουμε ότι υπάρχει ανάγκη να αποκαταστήσουμε την εθνική και την κοινωνική μας συνοχή, εμείς οι Έλληνες που πιστεύουμε στον Θεό, κατανοούμε ότι δεν μπορούμε χωρίς τον Θεό να σωθούμε και δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία ειδοποιά της πνευματικής και της εθνικής μας ταυτότητας, από τη θρησκεία μας, από τη γλώσσα μας, από τους θεσμούς μας, από την οικογένειά μας, από όλα αυτά τα οποία συνθέτουν αυτό το οποίον λέγουμε ελληνορθόδοξη παράδοση. Αυτή η παράδοση έσωσε αυτό τον τόπο. Και δεν δικαιούται κανένας να λέγει και να διερωτάται τι τάχα είναι αυτή η παράδοση. Δεν είμαστε εμείς εχθροί αυτού του τόπου. Αντιθέτως, αγαπάμε τον τόπο στον οποίο γεννηθήκαμε και δεν θέλουμε να εξευτελιστούμε· και δεν θέλουμε να χάσουμε την οντότητά μας και την ιδιοπροσωπία μας. Δεν θέλουμε να απομακρυνθούμε από την παράδοσή μας, γιατί ξέρουμε ότι αυτή έχει δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες και έχει δώσει, ως καρπούς, την ενότητα του ελληνισμού, την ομογένειά του και την πνευματική του δύναμη και ισχύ η οποία σήμερα, παρά ποτέ άλλοτε, χρειάζεται σ' αυτό τον τόπο. Γι' αυτό, αύριο τέτοια μεγάλη ημέρα, ας ξαναφέρουμε μέσα στο νου μας τη μεγάλη υπόθεση της πνευματικής μας σωτηρίας αλλά και τη μεγάλη υπόθεση της εθνικής μας σωτηρίας. Και, καθώς τα βλέμματά μας και ο προσανατολισμός μας είναι προς την Ευρώπη, ας διασώσουμε μέσα μας αυτά τα Ιερά και τα Όσια τα οποία θα μας επιτρέψουν να διαδραματίσουμε ρόλους χρήσιμους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους άλλους λαούς.

Η Ευρώπη έχει λεχθεί ότι στερείται σήμερα οράματος. Οι Έλληνες δεν δικαιούμαστε να το λέμε για τον εαυτό μας. Γιατί τα οράματα τα δικά μας είναι μέσα στην Ορθοδοξία μας, είναι μέσα στην παράδοσή μας, είναι μέσα στην ιστορία μας· και δε χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για να τα βρούμε. Με αυτά τα οράματα θα ζήσουμε όπως έζησαν οι Πατέρες μας και με αυτά τα οράματα θα σταθούμε όρθιοι στα πόδια μας, για να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε δυσκολία. Και η χάρις της Παναγίας μας της Ευαγγελιστρίας είθε να είναι μαζί με όλο το Έθνος μας, είθε να φωτίζει τους Άρχοντές μας, είθε να κατευθύνει τις σκέψεις μας, είθε να ευλογεί τη ζωή μας. Αυτή η χάρις, εύχομαι να είναι μετά πάντων υμών.

Αμήν.


Κήρυγμα Μακαριωτάτου στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αθηνών κατά τον Εσπερινό της Εορτής
του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 24/3/2001.


Πηγή: ecclesia.gr